Η απόλυση (2)
Συγνώμη δεν σε πρόσεξα, είμαι λίγο θολωμένος.
Καλησπέρα και σε σένα.
Πως να μην είμαι χάλια, σήμερα απέλυσαν μια κοπέλα απ' την δουλειά, την απέλυσαν γιατί “μιλούσε πολύ”. Ακούς ρε Κάρολε, μιλούσε πολύ. Ξέρεις τι σημαίνει, μιλούσε πολύ; Σημαίνει πως δεν έσκυβε το κεφάλι σε κάθε καπρίτσιο του αφεντικού, σημαίνει πως δεν έλεγε “μάλιστα” στην όποια απαίτησή του. Πως εκεί που το φιλότιμο γινόταν εκμετάλλευση έλεγε όχι, αλλά αυτό το όχι δεν το δέχονται, το πληρώνεις. Σε θέλουν εκεί να κάνεις ότι σου ζητάνε, αντέχεις δεν αντέχεις, μπορείς δεν μπορείς, θέλεις δεν θέλεις, να δίνεις κι άλλο, κι άλλο, όσο θέλουν αυτοί, όσο τους κάνει κέφι, όσο για να ξεχειλίσει η τσέπη τους και ακόμα παραπάνω. Και δεν σταματάνε να ζητάνε, σε ξεζουμίζουν και σου λένε για να πάει μπροστά “η επιχείρηση”, πια επιχείρηση; Η δικιά μας επιχείρηση; Η δική του θα πάει μπροστά, εμείς μια ζωή στα λίγα, μια ζωή στο τσίμα τσίμα, μια ζωή στο άγχος για το αν θα μας φτάσουν για να τα βγάλουμε πέρα. Και αυτοί να πλουτίζουν, να μεγαλώνουν και μεις εκεί πιο σκληρά, με πιο ένταση από πριν να πάμε μπροστά την επιχείρηση.
Και τώρα; Τώρα έχουμε κρίση, τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα, πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι για να αντέξουμε, να μειώσουμε τον μισθό για να αντέξουμε, να κόψουμε ώρες για να αντέξουμε.
Μα δεν αντέχουμε, πεινάμε.
Να αντέξει η επιχείρηση.
Μα εμείς δεν αντέχουμε, πεινάμε. Εμείς δεν αντέχουμε.
Όσο αντέχουμε... το παν είναι η επιχείρηση.
Ξέρεις τι έχω καταλάβει τόσα χρόνια; Στα κέρδη μόνοι τους, και στη χασούρα όλοι μας.
Και αν αρνηθείς, αν κάνεις να πεις όχι, τότε ψάξε για άλλου, τότε καταλαβαίνεις μια και καλή, πως άλλο η επιχείρηση και άλλο εσύ. Εσύ που έχυσες ιδρώτα και αίμα, είσαι έξω από το οικοδόμημα, έξω από την επιχείρηση, είσαι στο δρόμο, εκεί, ελεύθερος να πουληθείς για κάποιου αλλού την επιχείρηση, είσαι η επόμενη ευκαιρία κάποιου άλλου επιτήδειου να σε αγοράσει για να κάνει μεγάλη την επιχείρησή του.
Και συ; Εσύ τον μισθούλη σου, τα ψίχουλα απ' την μεγάλη πίτα, τα όνειρα σου χωράνε σε ένα μηνιάτικο, τα όνειρά σου ένα μηνιάτικο, μη μιλάς θα χάσεις το μηνιάτικο, τα παιδιά σου ένα μηνιάτικο, η ζωή σου ένα μηνιάτικο, σώπα θα χάσεις το μηνιάτικο, σκύψε, βγάλε το σκασμό μη χάσεις το μηνιάτικο, μη χάσεις την ζωή σου.
Μα δεν άντεξε μίλησε, είπε όχι, μίλησε και βρέθηκε στο δρόμο, έτσι απλά βρέθηκε στο δρόμο, απ' την μια στιγμή στην άλλη να ψάχνει για δουλειά. Σε μια εποχή που κάνεις αγώνα για να βρεις κάτι, με τις υποχρεώσεις να τρέχουν, τα νοίκια να κυλάνε, τα χρήματα να μην φτάνουν ούτε για το γάλα και να παρακαλάς για βερεσέ, ο άλλος να σου λέει πως απολύεσαι. Έτσι απλά, το καταλαβαίνεις; Ένα, περάστε από το λογιστήριο και δεν σε ξέρω δεν με ξέρεις. Το τι θα κάνεις ούτε που με νοιάζει, το πόσο μάτωσες εδώ μέσα ούτε που το θυμάμαι, η επιχείρηση είναι δική μου, για αναλώσιμο σε πείρα, μα τώρα δεν μου κάνεις, μου είσαι βραχνάς, που να τον πιάσεις απ' τον λαιμό και να του κόψεις μια και καλή τον βραχνά.
Με ρώτησες της προάλλες, πόσο αξίζει η εργασία μου. Δεν ξέρω να σου πω, ξέρω μόνο πως αξίζει ως ένας θησαυρός και παίρνουμε μια χούφτα ρύζι. Ξέρω πως δίχως εμένα η δουλειά δεν θα έβγαινε, μα στο τέλος της ημέρας βλέπω πως ότι έφτιαξα με τα δικά μου χέρια, με τον δικό μου κόπο, δεν μπορώ να το 'χω, ότι δημιούργησα το βλέπω σε ένα ράφι, σε μια βιτρίνα μα είμαι πολύ μικρός για να το φτάσω.
Σε έπρηξα ε; Συγνώμη, είμαι πικραμένος, οργισμένος. Δάκρυσα δεν άντεξα, δάκρυσα καθώς την έβλεπα. Δεν είπα λέξη, τι να πεις. Δεν βγαίνουν λόγια, κάτι πας να ψελλίσεις μα δεν βγαίνει, πνίγεται, σταματά η μιλιά στα χείλη. Δεν μιλάς, σκύβεις το κεφάλι, όχι από φόβο, από ντροπή, από ντροπή για το ανθρώπινο είδος. Έχεις μπροστά σου όλη την αντίθεση, μπροστά σου διαδραματίζεται όλη η ιστορία της ζωής σου, αυτοί οι δύο άνθρωποι όλοι η ζωή σου. Απ' την μια αυτός που αγοράζει την ικανότητα σου για εργασία, που αγοράζει τα χέρια σου, το μυαλό σου, την δύναμη σου και απ' την άλλη εσύ, που πουλάς ότι σου έχει απομείνει ελεύθερο, το μόνο που σου έχει αφήσει ελεύθερο, αυτή σου την δύναμη. Με αυτό παλεύουμε μια ζωή, λίγο πάνω, λίγο κάτω, αυτό το πούλα και αγόρασε υπάρχει σε όλη μας την ζωή και μεις πάντα χαμένοι, πάντα να κοιτάμε ότι φτιάξαμε, να κοιτάμε και να θαυμάζουμε μα μόνο να θαυμάζουμε, γιατί αν τυχόν απλώσουμε τα ξερά μας, μας τα κόβουν απ' την ρίζα, Ότι φτιάξαμε είναι δικό τους και ξέρεις γιατί είναι δικό τους; Γιατί πολλή πριν τους το είχαμε παραχωρήσει, πολλή πριν τους είχαμε πουλήσει την ικανότητά μας για την δημιουργία του πλούτου τους. Και τι μας έδωσαν; τίποτα, ένα μισθό ίσα ίσα για να βρεθούμε και την άλλη μέρα στο πόστο μας, να είμαστε και την επόμενη μέρα στην δούλεψη τους.
Έρχομαι πάω να πάρω τσιγάρα, έχω καπνίσει πολύ σήμερα, μια ρουφηξιά πικρός καπνός να ξεγελάει την πίκρα της μέρας.
Μη φύγεις, έρχομαι...
Καλησπέρα και σε σένα.
Πως να μην είμαι χάλια, σήμερα απέλυσαν μια κοπέλα απ' την δουλειά, την απέλυσαν γιατί “μιλούσε πολύ”. Ακούς ρε Κάρολε, μιλούσε πολύ. Ξέρεις τι σημαίνει, μιλούσε πολύ; Σημαίνει πως δεν έσκυβε το κεφάλι σε κάθε καπρίτσιο του αφεντικού, σημαίνει πως δεν έλεγε “μάλιστα” στην όποια απαίτησή του. Πως εκεί που το φιλότιμο γινόταν εκμετάλλευση έλεγε όχι, αλλά αυτό το όχι δεν το δέχονται, το πληρώνεις. Σε θέλουν εκεί να κάνεις ότι σου ζητάνε, αντέχεις δεν αντέχεις, μπορείς δεν μπορείς, θέλεις δεν θέλεις, να δίνεις κι άλλο, κι άλλο, όσο θέλουν αυτοί, όσο τους κάνει κέφι, όσο για να ξεχειλίσει η τσέπη τους και ακόμα παραπάνω. Και δεν σταματάνε να ζητάνε, σε ξεζουμίζουν και σου λένε για να πάει μπροστά “η επιχείρηση”, πια επιχείρηση; Η δικιά μας επιχείρηση; Η δική του θα πάει μπροστά, εμείς μια ζωή στα λίγα, μια ζωή στο τσίμα τσίμα, μια ζωή στο άγχος για το αν θα μας φτάσουν για να τα βγάλουμε πέρα. Και αυτοί να πλουτίζουν, να μεγαλώνουν και μεις εκεί πιο σκληρά, με πιο ένταση από πριν να πάμε μπροστά την επιχείρηση.
Και τώρα; Τώρα έχουμε κρίση, τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα, πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι για να αντέξουμε, να μειώσουμε τον μισθό για να αντέξουμε, να κόψουμε ώρες για να αντέξουμε.
Μα δεν αντέχουμε, πεινάμε.
Να αντέξει η επιχείρηση.
Μα εμείς δεν αντέχουμε, πεινάμε. Εμείς δεν αντέχουμε.
Όσο αντέχουμε... το παν είναι η επιχείρηση.
Ξέρεις τι έχω καταλάβει τόσα χρόνια; Στα κέρδη μόνοι τους, και στη χασούρα όλοι μας.
Και αν αρνηθείς, αν κάνεις να πεις όχι, τότε ψάξε για άλλου, τότε καταλαβαίνεις μια και καλή, πως άλλο η επιχείρηση και άλλο εσύ. Εσύ που έχυσες ιδρώτα και αίμα, είσαι έξω από το οικοδόμημα, έξω από την επιχείρηση, είσαι στο δρόμο, εκεί, ελεύθερος να πουληθείς για κάποιου αλλού την επιχείρηση, είσαι η επόμενη ευκαιρία κάποιου άλλου επιτήδειου να σε αγοράσει για να κάνει μεγάλη την επιχείρησή του.
Και συ; Εσύ τον μισθούλη σου, τα ψίχουλα απ' την μεγάλη πίτα, τα όνειρα σου χωράνε σε ένα μηνιάτικο, τα όνειρά σου ένα μηνιάτικο, μη μιλάς θα χάσεις το μηνιάτικο, τα παιδιά σου ένα μηνιάτικο, η ζωή σου ένα μηνιάτικο, σώπα θα χάσεις το μηνιάτικο, σκύψε, βγάλε το σκασμό μη χάσεις το μηνιάτικο, μη χάσεις την ζωή σου.
Μα δεν άντεξε μίλησε, είπε όχι, μίλησε και βρέθηκε στο δρόμο, έτσι απλά βρέθηκε στο δρόμο, απ' την μια στιγμή στην άλλη να ψάχνει για δουλειά. Σε μια εποχή που κάνεις αγώνα για να βρεις κάτι, με τις υποχρεώσεις να τρέχουν, τα νοίκια να κυλάνε, τα χρήματα να μην φτάνουν ούτε για το γάλα και να παρακαλάς για βερεσέ, ο άλλος να σου λέει πως απολύεσαι. Έτσι απλά, το καταλαβαίνεις; Ένα, περάστε από το λογιστήριο και δεν σε ξέρω δεν με ξέρεις. Το τι θα κάνεις ούτε που με νοιάζει, το πόσο μάτωσες εδώ μέσα ούτε που το θυμάμαι, η επιχείρηση είναι δική μου, για αναλώσιμο σε πείρα, μα τώρα δεν μου κάνεις, μου είσαι βραχνάς, που να τον πιάσεις απ' τον λαιμό και να του κόψεις μια και καλή τον βραχνά.
Με ρώτησες της προάλλες, πόσο αξίζει η εργασία μου. Δεν ξέρω να σου πω, ξέρω μόνο πως αξίζει ως ένας θησαυρός και παίρνουμε μια χούφτα ρύζι. Ξέρω πως δίχως εμένα η δουλειά δεν θα έβγαινε, μα στο τέλος της ημέρας βλέπω πως ότι έφτιαξα με τα δικά μου χέρια, με τον δικό μου κόπο, δεν μπορώ να το 'χω, ότι δημιούργησα το βλέπω σε ένα ράφι, σε μια βιτρίνα μα είμαι πολύ μικρός για να το φτάσω.
Σε έπρηξα ε; Συγνώμη, είμαι πικραμένος, οργισμένος. Δάκρυσα δεν άντεξα, δάκρυσα καθώς την έβλεπα. Δεν είπα λέξη, τι να πεις. Δεν βγαίνουν λόγια, κάτι πας να ψελλίσεις μα δεν βγαίνει, πνίγεται, σταματά η μιλιά στα χείλη. Δεν μιλάς, σκύβεις το κεφάλι, όχι από φόβο, από ντροπή, από ντροπή για το ανθρώπινο είδος. Έχεις μπροστά σου όλη την αντίθεση, μπροστά σου διαδραματίζεται όλη η ιστορία της ζωής σου, αυτοί οι δύο άνθρωποι όλοι η ζωή σου. Απ' την μια αυτός που αγοράζει την ικανότητα σου για εργασία, που αγοράζει τα χέρια σου, το μυαλό σου, την δύναμη σου και απ' την άλλη εσύ, που πουλάς ότι σου έχει απομείνει ελεύθερο, το μόνο που σου έχει αφήσει ελεύθερο, αυτή σου την δύναμη. Με αυτό παλεύουμε μια ζωή, λίγο πάνω, λίγο κάτω, αυτό το πούλα και αγόρασε υπάρχει σε όλη μας την ζωή και μεις πάντα χαμένοι, πάντα να κοιτάμε ότι φτιάξαμε, να κοιτάμε και να θαυμάζουμε μα μόνο να θαυμάζουμε, γιατί αν τυχόν απλώσουμε τα ξερά μας, μας τα κόβουν απ' την ρίζα, Ότι φτιάξαμε είναι δικό τους και ξέρεις γιατί είναι δικό τους; Γιατί πολλή πριν τους το είχαμε παραχωρήσει, πολλή πριν τους είχαμε πουλήσει την ικανότητά μας για την δημιουργία του πλούτου τους. Και τι μας έδωσαν; τίποτα, ένα μισθό ίσα ίσα για να βρεθούμε και την άλλη μέρα στο πόστο μας, να είμαστε και την επόμενη μέρα στην δούλεψη τους.
Έρχομαι πάω να πάρω τσιγάρα, έχω καπνίσει πολύ σήμερα, μια ρουφηξιά πικρός καπνός να ξεγελάει την πίκρα της μέρας.
Μη φύγεις, έρχομαι...
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου